πεῖρας
πεῖρας, limit
πεῖρας, ατος (τὸ) c. le préc. Pd. O. 2, 57.
πεῖρας, ατος, τό, = πεῖραρ.
πεῑρας
- a limit c. appositive gen. ἤτοι βροτῶν γε κέκριται πεῖρας οὔ τι θανάτου (byz.: πέρας codd.) O. 2.31
- b (means of) execution καὶ τάχα πείρατʼ ἀέθλων δείκνυεν P. 4.220
- c rope met. πολλῶν πείρατα συντανύσαις ἐν βραχεῖ strands of many themes P. 1.81