πενταπλάσιος
πενταπλάσιος, five-fold
πενταπλᾰσι-ος, α, ον, Ion. πεντα-πλήσιος, η, ον,
- five-fold, Hdt. 6.13, Arist. Pol. 1265b22; π. τινός five times as large as . ., ib. 1266b6; five times as much, Orib. Fr. 99. Adv. -ως LXX Ge. 43.34.
πενταπλάσιος, α, ον [ᾰσ] cinq fois aussi grand, quintuple, Arstt. Pol. 2, 6, 15 ||
➳ Ion. πενταπλήσιος, Hdt. 6, 13.
Étym. πέντε, -πλάσιος.
πενταπλάσιος, ion. πενταπλήσιος, Her. 6.13, fünffach, Arist. Pol. 2.6 u. Folgde.
πενταπλάσιος
πεντα-πλάσιος, α, ον
- five-fold, Hdt.; π. τινος five times as large as . ., Arist.