πενταπαλαιστιαῖος Save LSJ Bailly 2024 πεντα-πᾰλαιστιαῖος, α, ον, = sq., Orib. 49.23.1. πεντα·παλαιστιαῖος, α, ον [ᾰπᾰ] forme réc. c. πεντεπάλαστος, Hld. chir. (Orib. p. 159 Mai).