πενταπάλαιστος
πενταπάλαιστος, five handbreadths wide, long
πεντα-πάλαιστος [πᾰ], ον,
- five handbreadths wide, long, etc., X. Cyn. 9.14, 10.3; cf. πεντεπάλαστος.
πεντα·πάλαιστος, v. πεντεπάλαστος.
πενταπάλαιστος, fünf Querhände breit, Xen. Cyn. 10.3, 9.14.
πενταπάλαιστος
πεντᾰ-πάλαιστος, or -πάλαστος, ον,
- five handbreadths wide, long, Xen.