πενταπλασίων
πενταπλασίων, five-fold
πενταπλᾰσί-ων, ον, gen. ονος,
- = πενταπλάσιος, c. gen., J. AJ 12.2.8, Ael. NA 16.12, Heliod. in EN 98.25; πενταπλασίονα ἀποτεῖσαι to make five-fold restitution, Plu. VOrat. 2.846c.
πενταπλασίων, ονος, = πενταπλάσιος, Sp.