πενταπλασιότης
πενταπλασιότης, a being the fifth multiple
πενταπλᾰσι-ότης, ητος, ἡ,
- a being the fifth multiple, Nicom. Ar. 2.5.
πενταπλασιότης, ητος (ἡ) [ᾰσ] le quintuple, Nicom. Arithm. 114.
Étym. πενταπλάσιος.
πενταπλασιότης, ητος, ἡ, das Fünffache, Nicom. arithm. 2.5.