πεντηκοντάπλεθρος
πεντηκοντάπλεθρος, fifty plethra large
πεντηκοντά-πλεθρος, ον,
- fifty plethra large, Eust. 776.60: poet. πεντηκοντα-πέλεθρος, Nonn. D. 25.504.