πεντηκοντέρετμος
πεντηκοντέρετμος
- with fifty oars test., Σ T. Hom., Π 170: καὶ Πίνδαρος πεντηκοντερέτμους φησὶ τὰς ναῦς τῶν Ἀχαιῶν εἶναι (Snell: πεντήκοντα ἐρεγμοὺς codd.: πεντηκοντηρέτμους Boeckh) fr. 259.