Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιβλέπτως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιαυτολογέω
περιαυτολογία
περιαυτολογικός
περιαυχενίζομαι
περιαυχένιος
περιαύω
περιαφίημι
περιαφρίζω
περίαχε
περιαχυρίζω
περιβάδην
περιβαίνω
περιβάλλω
περίβαρα
περιβαρίδες
περίβαρυς
Περιβασίη
περίβασις
περιβασώ
Περιβασώ
περιβεβλημένως
περίβη
περιβιάζομαι
περιβιβάζω
περιβιβρώσκω
περιβιόω
περιβλαστάνω
περιβλεπτικός
περίβλεπτος
περιβλεπτότης
περιβλέπτως
περιβλέπω
περιβλέψεια
περίβλεψις
περίβλημα
περίβλησις
περιβλητέον
περιβλητέος
περιβλητικός
περίβλητος
περίβληχρος
περιβλύζω
περιβλύω
περιβοάω
περιβοησία
περιβόησις
περιβόητος
περιβοήτως
περιβοθρεύω
περιβοθρόομαι
περιβοθρόω
Περίβοια
περιβολάδιον
περιβόλαιον
περιβολή
περιβολιβόω
περιβόλιον
περίβολον
περίβολος
περιβομβέω
περιβόρειος
…
περιβλέπτως
Save
Bailly 2024
περιβλέπτως,
adv.
d’une manière remarquable, avec éclat,
DS.
18, 30
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}