περιβλύζω
περιβλύζω, boil
περιβλύζω and περιβλύω,
- boil or bubble all round, κύματα περιβλύει σπιλάδεσσι A.R. 4.788; περὶ δʼ ἔβλυσεν αἷμα βοείῃ Q.S. 10.150; γῆ . . νάμασι περιβλύζουσα gushing with streams, Arist. Mu. 397a25.
- 2 c. acc., cause to gush around, λίμνην αὐτῷ περιβλύσαι νέκταρος Philostr. VA 3.25.
περι·βλύζω, c. le suiv. Arstt. Mund. 5, 11.
περιβλύζω, = περιβλύω, νάμασι, Arist. mund. 5.11.