περικαλίνδησις
περικαλίνδησις, rolling about
περικᾰλίνδησις, εως, ἡ,
- rolling about, Plu. Aet. phys. 2.919a (pl.).
περι·καλίνδησις, εως (ἡ) [ᾰ] action de rouler autour, Plut. M. 919a.
Étym. π. καλινδέω.
περικαλίνδησις, ἡ, = περικυλίνδησις, Plut. qu.nat. 28.