Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιτρόμως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιτορεύω
περιτορνεύω
περιτρανής
περίτρανος
περιτράνως
περιτραχηλίδιον
περιτραχήλιον
περιτραχήλιος
περιτράχηλος
περιτραχύνω
περιτρέμω
περιτρεπτικῶς
περιτρέπω
περίτρεσαν
περιτρέφω
περιτρέχω
περιτρέω
περίτρημα
περίτρησις
περίτρητος
περιτρηχής
περιτριβής
περιτρίβω
περιτρίζω
περίτριμμα
περίτριπτος
περίτριψις
περιτρομέομαι
περιτρομέω
περίτρομος
περιτρόμως
περιτροπάδην
περιτροπάω
περιτροπέω
περιτροπή
περίτροπος
περιτροχάζω
περιτρόχαλος
περιτροχάς
περιτροχασμός
περιτροχάω
περιτρόχιον
περιτροχισμός
περιτροχλισμός
περίτροχος
περιτρύζω
περιτρυπάω
περιτρύπησις
περιτρυχόω
περιτρύχω
περιτρώγω
περιτρωχάω
περιττάκις
περίττευμα
περιττεύω
περιττοδάκτυλος
περιττολογία
περιττολόγος
περιττόν
περιττός
περιττότερον
…
περιτρόμως
Save
Bailly 2024
περιτρόμως,
adv.
en tremblant de tous ses membres,
Phalar.
Ep.
7
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}