πιαστήριος Save LSJ Bailly 2024 Pape πῐαστήριος, ον, = πιεστήριος (q. v.). πιαστήριος, ος, ον, qui presse, qui serre, Hld. chir. (Orib. 49, 4, 68). Étym. πιάζω. πιαστήριος, = πιεστήριος, Sp.