πλανῆτις Save LSJ Bailly 2024 Pape πλᾰν-ῆτις, ιδος, ἡ, fem. of πλανήτης, Lyc. 998, Phld. Acad.Ind. p.77 M., Poll. 5.63, Ant.Lib. 24.1. πλανῆτις, ιδος [ᾰ] c. πλανήτης, adj. f. Lyc. 998. πλανῆτις, ἡ, fem. von πλανήτης, Lycophr. 998.