πλάξιππος
πλάξιππος,
- v. πλήξιππος. πλαριᾶν· μίγνυσθαι, Hsch.
πλάξ·ιππος, v. πλήξιππος.
πλάξιππος, dor. statt πλήξιππος, Pind.
πλάξιππος, -ον
- 1chariot driving πλάξιππον Θήβαν O. 6.85 οὐκ ἐμέμφθη ῥυσίδιφρον χεῖρα πλαξίπποιο φωτός I. 2.21 cf. Pae. 1.7