πλανύττω
πλανύττω, to wander about
πλᾰνύττω,
- = πλανάομαι, wander about, Ar. Av. 3.
πλανύττω [ᾰ] errer, Ar. Av. 3.
Étym. πλάνη.
πλανύττω, = πλανάομαι, umherirren, Ar. Av. 3.
πλανύττω
πλᾰνύττω,
= πλανάομαι
- to wander about, Ar.