Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πληθωρέω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλῆγμα
πληγμός
πλήγνυμι
πληγοειδής
πληγώδης
πλῆθʼ
πλήθα
Πληθαγόρας
πλῆθι
πληθικῶς
πληθισμός
πληθοειδής
πληθοειδῶς
πληθοποιέω
πληθοποιός
πλῆθος
πληθοχορεία
πληθοχορία
πληθόχορος
πληθόχωρος
πλήθριον
πληθυντικός
πληθυντικῶς
πληθύνω
πληθύς
πληθυσμός
πληθύω
πλήθω
πληθώρα
πληθωρέομαι
πληθωρέω
πληθώρη
πληθωρία
πληθωριάω
πληθωρικός
πληθωρικῶς
Πληϊάδες
Πληϊάς
Πληϊόνα
Πληϊόνη
πληκτέον
πληκτήρ
πλήκτης
πληκτίζομαι
πληκτίζω
πληκτικός
πληκτικῶς
πληκτισμός
πληκτίστατος
πληκτός
πλῆκτρον
πληκτροποιϊκή
πληκτροποιός
πληκτροφόρος
πλήκτωρ
πλῆμα
πλημάω
πλήμη
πλῆμι
πλημμέλεια
πλημμελέω
…
πληθωρέω
Save
Pape
πληθωρέω
, = πλήθω,
voll, gesättigt sein
, auch im med.,
VLL
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}