πληροφόρημα
πληροφόρημα, full satisfaction
πληροφόρ-ημα, ατος, τό,
- full satisfaction, Gloss.
πληροφόρημα, τό, volles Maß, Fülle, Genügeleistung, Sicherheit, bes. bei K.S.
πληροφόρημα, full satisfaction