πληρότης
πληρότης, fullness
πληρότης, ητος, ἡ,
- fullness, Plu. QConv. 2.721c, Gal. 8.671, Orib. 6.3.1.
πληρότης, ητος (ἡ) plénitude, Gal. 8, 72.
Étym. πλήρης.
πληρότης, ητος, ἡ, Fülle, Vollständigkeit, Sp.