πληρόω
πληρόω, to make full
- make full:
- I c. gen. rei, fill full of, λάρνακας λίθων Hdt. 3.123, etc.; κρατῆρα, πίστρα (sc. οἴνου), E. Ion 1192, Cyc. 29:—Pass., to be filled full, τινος of a thing, Hp. VM 20, Pl. R. 550d, etc.; σάλπιγξ βροτείου πνεύματος -ουμένη A. Eu. 568; ἀπό τινος Porph. Sent. 32.
- 2 fill full of food, gorge, satiate, βορᾶς ψυχὴν ἐπλήρουν E. Ion 1170: metaph., π. θυμόν glut oneʼs rage, S. Ph. 324, E. Hipp. 1328; τὰς ἐπιθυμίας Pl. Grg. 494c:—Pass., to be filled full of, satisfied, δαιτὸς -ωθείς E. Fr. 213.3; Αἴγυπτος ἁγνοῦ νάματος -ουμένη A. Fr. 300.6; φόβου, ἐλπίδος, etc., Pl. Lg. 865e, R. 494c, etc.; also οὐ πληρωθήσεται οὖς ἀπὸ ἀκροάματος LXX Ec. 1.8.
- 3 π. τὴν χεῖρά τινος consecrate, ib. Ex. 32.29, al., Jd. 17.5, 12.
- II rarely c. dat., fill with, πεύκαισιν . . χέρας πληροῦντες E. HF 373 (lyr.):—Pass., πνεύμασιν -ούμενοι filled with breath, A. Th. 464; πεπληρωμένους πάσῃ ἀδικίᾳ Ep.Rom. 1.29, cf. 2 Ep.Cor. 7.4.
- III without any modal case, π. νέας man ships, Hdt. 1.171, cf. Th. 1.29 (Act. and Pass.) (in full πεντηκόντερον π. ἀνδρῶν Hdt. 3.41); π. ναυτικόν Th. 6.52; πληροῦτε θωρακεῖα man the breastworks, A. Th. 32:—Med., τριήρη πληρωσάμενος Is. 11.48, cf. X. HG 5.4.56, etc.; in full, ἐπληρωσάμην τὴν ναῦν ἐρετῶν ἀγαθῶν D. 50.15.
- 2 impregnate, [τὰ θήλεα] Arist. HA 574a20, Metaph. 988a6:—Pass., of the female, ibid., HA 541a13.
- 3 make full or complete, τοὺς δέκα μῆνας Hdt. 6.63; π. τοὺς χρόνους, τὸν ἐνιαυτόν, Pl. Lg. 866a, Ti. 39d; τὸν τῆς καταδίκης χρόνον Sammelb. 4639.5 (iii A. D.), cf. POxy. 491.6 (ii A. D.), etc.:—Med., τὰ πάντα ἐν πᾶσι π. Ep.Eph. 1.23:— Pass., of the moon, to be full, S. Fr. 871.6; ἵνα . . ᾖ τοι ἀπαρτιλογίη ὑπʼ ἐμέο πεπληρωμένη Hdt. 7.29; πεπλήρωται ὁ καιρός Ev.Marc. 1.15, etc.: Math., πεπληρώσθω let the figure be completed, Arist. Mech. 854b29.
- 4 π. δικαστήρια fill them, D. 24.92:—Pass., δικαστήριον πεπληρωμένον ἐκ τούτων Id. 21.209, cf. Is. 6.37; πληρουμένου . . βουλευτηρίου A. Eu. 570.
- 5 render, pay in full, τροφεῖα πληρώσει χθονί Id. Th. 477; π. τὴν χρείαν supply it, make it good, Th. 1.70; πεπλήρωκα τὸν τόκον μέχρι τοῦ Ἐπείφ POxy. 114.3 (ii/iii A. D.), cf. BGU 1055.23 (Pass., i B. C.): c. dupl. acc., ἵνα πληρώσῃς αὐτοὺς τὴν τιμήν PLond. 2.243.11 (iv A. D.), cf. 251.30 (Pass., iv A. D.), etc.: abs., IG 14.956.
- 6 fulfil, τὸ χρεών (destiny) Plu. Cic. 17; τὴν ἐπαγγελίαν, τὰς ὑποσχέσεις, Arr. Epict. 2.9.3, Hdn. 2.7.6; π. πᾶσαν ἀρχὴν καὶ λειτουργίαν IG 12(5).946.1 (Tenos), cf. 12(2) l.c. (Mytil.), PFlor. 382.40 (iii A.D.), Lyd. Mag. 3.30, al.; execute, perform, τὰ προσταχθέντα POxy. 2107.5 (iii A. D.):—Pass., λαμπαδηφόρων νόμοι . . διαδοχαῖς πληρούμενοι fully observed, A. Ag. 313; to be fulfilled, of prophecy, Ev.Matt. 1.22, Ev.Jo. 13.18.
- 7 ἐς ἄγγος . . βακχίου μέτρημα πληρώσαντες having poured wine into the vessel till it was full, E. IT 954:—Pass., assemble, muster, πληρουμένης τῆς ἐκκλησίας Ar. Ec. 89; ἀρχαί τʼ ἐπληροῦντʼ εἰς . . βουλευτήρια E. Andr. 1097 codd.; πολλοὶ δʼ ἐπληρώθημεν Id. IT 306.
- 8 fill up a document, Lyd. Mag. 3.11:—Pass., ib. 68.
- IV intr., ἡ [ὁδὸς] πληροῖ ἐς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον the length of road comes in full to this number, Hdt. 2.7 (s. v.l.).
1. vullen; met acc. en gen.:
2. bemannen:
3. compleet maken:
a) Schiffe bemannen ; τριήρεις, Ar. Plut. 172 ; ναῦν, Her. 7.168, 8.146 ; Thuc. 6.30 ; Isocr. 4.90, öfter ; Pol. 5.3.3 ; auch pass., τὰς ἀεὶ πληρουμένας ναῦς ἐξέπεμπον, Thuc. 3.77 ; bei Xen. Hell. 6.2.14 so auch im med. gebraucht, für sich ; Isae. 11.48 ; ähnlich πληροῦτε θωρακεῖα, Aesch. Spt. 32.
b) ein Weib schwängern, Ar. H.A. 6.20.
c) mit Speisen anfüllen, sättigen, befriedigen ; εὐόχθου βορᾶς ψυχὴν ἐπλήρουν, Eur. Ion 1170 ; auch übertr., θυμόν, seine Lust büßen, Valcken Eur. Hipp. 1327 ; Plat. Phil. 324b ; τὰς ἐπιθυμίας, Gorg. 494c, u. öfter ; Folgde, wie Pol. 4.63.3, τὸν ἴδιον θυμόν, 23.13.7 ; πληρωθῆναι, gesättigt sein, 7.15.9.
d) eine Zahl voll machen, vollzählig machen ; Her. 7.29 ; πληρουμένης τῆς ἐκκλησίας, Ar. Eccl. 89, wenn sie vollzählig geworden ; τὰ δικαστήρια ἐπληρώθη, Isae. 6.37 ; vgl. Dem. 21.209 ; οἱ πληροῦντες τὴν βουλήν, τὸν χορόν, die vollzähligen Mitglieder des Rates, des Chors, Sp. Aehnlich auch πολλοὶ ἐπληρώθημεν, Eur. I.T. 306, wir kamen vollzählig zusammen.
e) eine Pflicht erfüllen, eine Schuld abtragen, θανὼν τροφεῖα πληρώσει χθονί, Aesch. Spt. 459 ; τὴν χρείαν, Thuc. 1.70 ; τὴν ἐπαγγελίαν, Arr. Epict. 3.23 ; τὰς ὑποσχέσεις, Hdn. 2.7.9 ; NT, z.B. ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τοῦ προφήτου, in Erfüllung gehen, Matth. 1.22 ; auch νόμον πληρῶσαι, im Ggstz von καταλῦσαι, 5.16.
Auch intr., vollständig sein, ἡ ὁδὸς πληροῖ ἐς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, der Weg trifft vollständig auf diese Zahl, hat gerade die angegebene Länge, Her. 2.7.
Strong 4137
1. to fill, make full, fill to the full, c. acc.;
(a) of things: pass. (σαψήνη, φάραγξ), Mt 13:48, Lk 3:5(LXX); fig., Mt 23:32; but chiefly of immaterial things: πᾶσαν χρείαν, Phl 4:19; ἦχος ἐπλήρωσε τ. οἶκον, Ac 2:2; c. gen. rei (cl.), Ac 5:28; pass., seq. ἐκ, Jo 12:3 (cf. B1., § 36, 4); π. τ. καρδίαν, Jo 16:6, Ac 5:3; metaph., of the all-pervading activity of Christ, Eph 4:10; mid., Eph 1:23;
(b) of persons: to fill with, cause to abound in: c. gen. rei (cl.), Ac 2:28(LXX), Ro 15:13; pass., to be filled with, abound in: Eph 3:19, Phl 4:18; c. gen. rei (cl.), Ac 13:52, Ro 15:14, II Ti 1:4; c. dat. (Æsch., al.), Lk 2:40 (c. gen., T), Ro 1:29, II Co 7:4; c. acc. (so in π., v. MM, xx), Phl 1:11, Col 1:9; seq. ἐν, Eph 5:18, Col 2:10.
2. to complete;
(a) to complete, fulfil: of number, Re 6:11, WH, txt.; of time (MM, xx), Mk 1:15, Lk 21:24, Jo 7:8,
(b) to execute, accomplish, carry out to the full: Mt 3:15, Lk 7:1 9:31, Ac 12:25 13:25 14:26 19:21, Ro 8:4 13:8 15:19, Ga 5:14, Col 1:25 4:17, Re 6:11, T, WH, R, mg.;
(c) of sayings, prophecies, etc., to bring to pass, fulfil: Mt 1:22 2:15, 17, 23 4:14 5:17 8:17 12:17 13:35 21:4 26:54, 56 27:9, Mk 14:49 15:28 (WH, R, txt. om.), Lk 1:20 4:21 24:44, Jo 12:38 13:18 15:25 17:12 18:9, 32 19:24, 36, Ac 1:16 3:18 13:27, Ja 2:23 (cf. Lft., Col., 255 ff.).†
toma aliento, llénate de aire cerrando los ojos
- to make full:
- Ic. gen. rei, to fill full of, Hdt., etc.:—Pass. to be filled full of, Aesch., etc.
- 2to fill full of food, to gorge, satiate, βορᾶς ψυχὴν ἐπλήρουν Eur.; metaph., πληροῦν θυμόν to glut oneʼs rage, animum explere, Soph., etc.
- IIc. dat. to fill with, Eur.: Pass., πνεύμασιν πληρούμενοι filled with breath, Aesch.; πεπληρωμένος ἀδικίαι NTest.
- IIIπλ. ναῦν, τριήρη to man a ship, Hdt.; πληροῦτε θωρακεῖα man the breast-works, Aesch.; in Mid., πληροῦσθαι τὴν ναῦν to man oneʼs ship, Xen.:—Pass., of the ships, Thuc.
- 2of number, to make full or complete, τοὺς δέκα μῆνας Hdt.;—so in Mid., NTest.:—Pass. to be completed, Hdt., NTest.
- 3πλ. δικαστήριον to fill it, Dem.
- 4to fulfil, pay in full, make up, Aesch., Thuc.:—Pass., νόμοι πληρούμενοι fully observed, Aesch.
- 5ἐς ἄγγος βακχίου μέτρημα πληρώσαντες having poured wine into the vessel till it was full, Eur.:—Pass. to crowd in to a place, Aesch.
- IVintr., ἡ ὁδὸς πληροῖ ἐς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον the length of road comes in full to this number, Hdt.
-
…προσβολὴν Ἀχαιίδα νυκτηγορεῖσθαι κἀπιβουλεύσειν πόλει. ἀλλʼ ἔς τʼ ἐπάλξεις καὶ πύλας πυργωμάτων ὁρμᾶσθε πάντες, σοῦσθε σὺν παντευχίᾳ, πληροῦτε θωρακεῖα, κἀπὶ σέλμασιν πύργων στάθητε, καὶ πυλῶν ἐπʼ ἐξόδοις μίμνοντες εὖ θαρσεῖτε, μηδʼ ἐπηλύδων ταρβεῖτʼ ἄγαν ὅμιλον…
Aeschylus, Seven Against Thebes
-
…ἐὰν μὴ πολλῷ πλείους ναῦς ἔχῃ · εἶναι γὰρ χρήματα πολλὰ καὶ βασιλεῖ καὶ ἑαυτῷ, ὥστε τούτου ἕνεκεν πολλὰς πληροῦν. παρέδειξε δʼ αὐτῷ πάντας τοὺς φόρους τοὺς ἐκ τῶν πόλεων, οἳ αὐτῷ ἴδιοι ἦσαν, καὶ τὰ περιττὰ…
Xenophon, Hellenica
-
…ἵππους δʼ ἐν ἀμπυκτῆρσιν ἐμβριμωμένας δινεῖ, θελούσας πρὸς πύλαις πεπτωκέναι. φιμοὶ δὲ συρίζουσι βάρβαρον τρόπον, μυκτηροκόμποις πνεύμασιν πληρούμενοι. ἐσχημάτισται δʼ ἀσπὶς οὐ σμικρὸν τρόπον · ἀνὴρ δʼ · ὁπλίτης κλίμακος προσαμβάσεις στείχει πρὸς ἐχθρῶν πύργον, ἐκπέρσαι…
Aeschylus, Seven Against Thebes
-
…τε εἶναι καὶ Κλέαρχον τὸν Ῥαμφίου πρόξενον ὄντα Βυζαντίων πέμψαι εἰς Καλχηδόνα τε καὶ Βυζάντιον. δόξαντος δὲ τούτου, πληρωθεισῶν νεῶν ἔκ τε Μεγάρων καὶ παρὰ τῶν ἄλλων συμμάχων πεντεκαίδεκα στρατιωτίδων μᾶλλον ἢ ταχειῶν ᾤχετο. καὶ αὐτοῦ τῶν νεῶν…
Xenophon, Hellenica
-
…πόλει ἦσαν καὶ οἱ Ἀθηναῖοι οὐκ ἐβοήθουν διὰ τὸ μὴ πυνθάνεσθαι ταῦτα, καθελκύσας τῶν νεῶν τὰς ἄριστα πλεούσας δύο ἐπλήρωσε πρὸ ἡμέρας, ἐξ ἁπασῶν τῶν νεῶν τοὺς ἀρίστους ἐρέτας ἐκλέξας καὶ τοὺς ἐπιβάτας εἰς κοίλην ναῦν μεταβιβάσας καὶ τὰ…
Xenophon, Hellenica
-
…κλύοντες ἀνδροθνῆτας Ἰλίου φθορὰς ἐς αἱματηρὸν τεῦχος οὐ διχορρόπως ψήφους ἔθεντο · τῷ δʼ ἐναντίῳ κύτει ἐλπὶς προσῄει χειρὸς οὐ πληρουμένῳ. καπνῷ δʼ ἁλοῦσα νῦν ἔτʼ εὔσημος πόλις. ἄτης θύελλαι ζῶσι · συνθνῄσκουσα δὲ σποδὸς προπέμπει πίονας πλούτου πνοάς…
Aeschylus, Agamemnon
-
…, αἶστος. κήρυσσε, κῆρυξ, καὶ στρατὸν κατειργαθοῦ, ἥ τʼ οὖν διάτορος Τυρσηνικὴ σάλπιγξ, βροτείου πνεύματος πληρουμένη, ὑπέρτονον γήρυμα φαινέτω στρατῷ. πληρουμένου γὰρ τοῦδε βουλευτηρίου σιγᾶν ἀρήγει καὶ μαθεῖν θεσμοὺς ἐμοὺς πόλιν τε πᾶσαν εἰς…
Aeschylus, Eumenides
-
…ἐψηφίσαντο βοηθεῖν ναυσὶν ἑκατὸν καὶ δέκα, εἰσβιβάζοντες τοὺς ἐν τῇ ἡλικίᾳ ὄντας ἅπαντας καὶ δούλους καὶ ἐλευθέρους · καὶ πληρώσαντες τὰς δέκα καὶ ἑκατὸν ἐν τριάκοντα ἡμέραις ἀπῆραν. εἰσέβησαν δὲ καὶ τῶν ἱππέων πολλοί. μετὰ ταῦτα ἀνήχθησαν εἰς…
Xenophon, Hellenica
-
…καὶ θαῦμα τῆς τόλμης καταλιπεῖν. Ἔτι βουλόμενον αὐτὸν παρακαλεῖν πάντες ὑπετέμνοντο καὶ πρὸς τὴν πρᾶξιν ἠπείγοντο ἀνεπισχέτου τινὸς ὁρμῆς πεπληρωμένοι, καὶ δαιμονῶντες ἀπῄεσαν ἄλλος πρὸ ἄλλου φθάσαι γλιχόμενος καὶ ταύτην ἐπίδειξιν εἶναι τῆς ἀνδρείας καὶ τῆς εὐβουλίας νομίζοντες ,…
Flavius Josephus, Jewish War
-
…μὲν οὖν Κορίνθιοι τῆς ἠπείρου ἐνταῦθα ὁρμίζονταί τε καὶ στρατόπεδον ἐποιήσαντο. οἱ δὲ Κερκυραῖοι ὡς ᾔσθοντο αὐτοὺς προσπλέοντας, πληρώσαντες δέκα καὶ ἑκατὸν ναῦς, ὧν ἦρχε Μικιάδης καὶ Αἰσιμίδης καὶ Εὐρύβατος, ἐστρατοπεδεύσαντο ἐν μιᾷ τῶν νήσων αἳ καλοῦνται…
Thucydides, The Peloponnesian War