Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πλησιαστής
πλησιαστής, neighbour
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πληξίαλος
πλήξιππος
Πλήξιππος
πλῆξις
πλήρης
πληροσέληνος
πληροσία
πληρότης
πληρούντως
πληροφορέω
πληροφόρημα
πληροφόρησις
πληροφορία
πληρόω
πλήρωμα
πλήρωσις
πληρωτέον
πληρωτής
πληρωτικός
πλῆσαι
πλῆσε
πλησθείς
πλησιάζω
πλησιαίτατα
πλησιαίτατος
πλησιαίτερος
πλησίαλος
πλησίασις
πλησίασμα
πλησιασμός
πλησιαστής
πλησιαστός
πλησίγναθος
πλησιέστατος
πλησιέστερος
Πλησίμαχος
πλησίμοχθος
πλησίνη
πλησιογείτων
πλησιοθάλαττος
πλησιόθεος
πλησίοικος
πλησίον
πλησίος
πλησιότης
πλησιόχωρος
πλῆσις
πλησισέληνος
πλησίστιος
πλησιφάεις
πλησιφαής
πλησίφως
πλησιφωτέω
πλησίφωτος
πλῆσμα
πλήσμη
πλήσμιος
πλησμίως
πλησμονή
πλησμονικός
πλησμονώδης
…
πλησιαστής
Save
πλησιαστής, neighbour
LSJ
πλησι-αστής, οῦ, ὁ,
neighbour,
Sch.rec.
A.
Pers.
49.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}