πλησίασμα
πλησίασμα, impregnation
πλησί-ασμα, ατος, τό,
- impregnation, f.l. for πλῆσμα, Arist. HA 577a30.
πλησίασμα, τό, = πλησιασμός, v.l. Arist. H.A. 6.23.
πλησίασμα, impregnation