πληροφόρησις
πληροφόρησις, maturity
πληροφόρ-ησις, εως, ἡ,
- maturity, σπερμάτων Ptol. Tetr. 4 (pl.).
πληροφόρησις, εως (ἡ) c. le suiv. Ptol. Tetr. p. 4, 9.
Étym. πληροφορέω.
πληροφόρησις, maturity