πλησιέστερος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape πλησι-έστερος, v. πλησίος fin. πλησιέστερος, α, ον, v. πλησίος. πλησιέστερος comp. van πλησίος. πλησιέστερος, = πλησιαίτερος, s. πλησίος.