πλησίγναθος
πλησίγναθος, filling the cheeks
πλησί-γνᾰθος, ον,
- filling the cheeks, ἄρτος Sopat. 9.
πλησί·γναθος, ος, ον [ᾰ] qui remplit la mâchoire, Sopatr. (Ath. 109e).
Étym. πλήθω, γνάθος.
πλησίγναθος, die Backen füllend, ἄρτος, Sopat. com. b. Ath. III.109e.