πλησίφωτος Save LSJ Bailly 2024 Pape πλησῐ-φωτος, ον, = πλησίφως, Plot. 2.3.5. πλησί·φωτος, ος, ον, c. le préc. Plot. Enn. 1, 247 Creuz. πλησίφωτος, = πλησιφαής, Nicet.