Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πλυτέος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Πλουτώνιον
Πλουτωνίς
πλόχανον
πλοχμός
πλοώδης
ΠΛΥ
πλύμα
πλύνεσκον
πλυνεύς
πλύνιον
πλυνός
πλύνος
Πλυνός
Πλυντήρια
πλυντήρια
πλυντήριος
Πλυντηριών
πλύντης
πλυντικός
πλυντίς
πλύντρια
πλυντρίς
πλύντρον
πλύνω
πλύσιμον
πλύσιμος
πλύσις
πλύσμα
πλυσμός
πλυτέον
πλυτέος
πλυτήρ
πλύτης
πλυτικός
πλυτός
πλωάς
Πλωθεύς
Πλωθιεύς
πλωϊάς
πλωΐζω
πλώϊμος
πλωίς
πλωΐς
πλώϊσις
πλώς
πλώσιμος
πλώσσειν
Πλωταί
πλωτάρχης
πλωτεύομαι
πλωτεύω
πλωτή
πλωτήρ
πλώτης
πλωτικός
Πλωτῖνος
πλωτίς
πλωτός
πλώτωρ
πλώω
πνείω
…
πλυτέος
Save
Bailly 2024
πλυτέος,
α, ον
[
ῠ
]
vb. de
πλύνω
,
Alex.
(
Com. fr.
3, 470
),
etc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}