Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πλύσμα
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλουτόχθων
Πλουτώ
Πλούτων
Πλουτώνιον
Πλουτωνίς
πλόχανον
πλοχμός
πλοώδης
ΠΛΥ
πλύμα
πλύνεσκον
πλυνεύς
πλύνιον
πλυνός
πλύνος
Πλυνός
Πλυντήρια
πλυντήρια
πλυντήριος
Πλυντηριών
πλύντης
πλυντικός
πλυντίς
πλύντρια
πλυντρίς
πλύντρον
πλύνω
πλύσιμον
πλύσιμος
πλύσις
πλύσμα
πλυσμός
πλυτέον
πλυτέος
πλυτήρ
πλύτης
πλυτικός
πλυτός
πλωάς
Πλωθεύς
Πλωθιεύς
πλωϊάς
πλωΐζω
πλώϊμος
πλωίς
πλωΐς
πλώϊσις
πλώς
πλώσιμος
πλώσσειν
Πλωταί
πλωτάρχης
πλωτεύομαι
πλωτεύω
πλωτή
πλωτήρ
πλώτης
πλωτικός
Πλωτῖνος
πλωτίς
πλωτός
…
πλύσμα
Save
LSJ
Pape
πλύσμα, v. πλύμα.
πλύσμα
, τό, = πλύμα, wird bezw.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}