πλώσιμος
πλώσιμος, navigable
πλώσιμος, ον,
- navigable, πέλαγος S. OC 663.
πλώσιμος, ος, ον [ῐ] c. πλώϊμος, Soph. O.C. 663.
πλώσιμος, = πλώϊμος ; Soph. O.C. 669 ; Diog. 6.78.
πλώσιμος, ον,
πλώω
- navigable, πέλαγος Soph.