πλύσις
πλύσις, a washing
πλύσις [ῠ], εως, ἡ,
- washing, Pl. R. 429e, Str. 10.1.6, Dsc. 5.153, etc.
πλύσις, εως [ῠ] (ἡ) lessivage, Plat. Rsp. 429e ; Str. 446, etc.
Étym. πλύνω.
πλύσις, ἡ, das Waschen, Reinigen, Plat. Rep. IV.429e u. Sp., wie Plut.
πλύσις
πλύσις (ῠ), εως,
- a washing, Plat.