πλωϊάς Save Bailly 2024 Pape πλωϊάς, άδος [ᾰδ] adj. f. qui flotte, Th. (Plut. M. 292c). Étym. πλώω. πλωϊάς, άδος, ἡ, = πλωάς, wie Plut. qu.graec. 7 erkl.: τὰς ὑπόμβρους μάλιστα καὶ περιφερομένας, nach Theophr.