Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πνυκίτης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πνιγέα
πνιγετός
πνιγεύς
πνιγή
πνιγηρός
πνιγίζω
πνιγῖτις
πνῖγμα
πνιγμονή
πνιγμός
πνιγμοσύνη
πνιγμώδης
πνιγόεις
πνῖγος
πνίγω
πνιγώδης
πνικτήρ
πνικτικός
πνικτός
πνίξ
πνῖξις
Πνιστία
πνοά
πνοή
πνοήπους
πνοιά
πνοιή
πνόος
πνοῦς
ΠΝΥ-
πνυκίτης
πνύξ
Πνύξ
Πνυταγόρας
πνυτός
πο
πόα
ποάζω
ποαλίς
ποάριον
ποασμός
ποάστρια
ποάστριον
Πόβλιος
ποδ
ποδαβρός
ποδαγκώνιδας
ποδαγός
ποδάγρα
ποδαγράω
ποδαγρέω
ποδαγριάω
ποδαγρίζομαι
ποδαγρίη
ποδαγρικός
ποδαγρός
ποδάκνη
ποδαλγέω
ποδαλγής
ποδαλγία
ποδαλγιάω
…
πνυκίτης
Save
Pape
πνυκίτης
, ὁ, richtiger πυκνίτης.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}