πνιγμώδης
πνιγμώδης, choking
πνῑγ-μώδης, ες,
- choking, βήξ Hp. Epid. 7.26; φωνή Id. Coac. 261. Adv. -δῶς Steph. in Hp. 1pp. 207,212 D.
πνιγμώδης, ης, ες, suffocant, étouffant, Hpc. 1217d.
Étym. πνῖγμα, -ωδης.
πνιγμώδης, ες, stickig, stickend heiß, Hippocr.