πνιγόεις
πνῐγόεις, εσσα, εν,
- = πνιγηρός, AP 7.536 (Alc.), Nic. Th. 425, v.l.ib. 24.
πνιγόεις, όεσσα, όεν [ῑ] c. le préc. Nic. Th. 425 ; Anth. 7, 536.
πνιγόεις, εσσα, εν, = πνιγηρός ; ἄχερδος, Alc. Mess. 18 (VII.536); ὀδμή, Nic. Ther. 425.
πνιγόεις
πνῐγόεις, εσσα, εν
= πνιγηρός, Anth.