πολυκρότητος
πολυκρότητος, much struck
πολυ-κρότητος, ον,
- much struck or beaten, Hsch. s.v. ἀκρότητα.
πολυκρότητος, viel od. sehr geschlagen, Hesych. v. ἀκρότητος.
πολυκρότητος, much struck