πολυκρόκαλος
πολυκρόκαλος, full of pebbles
πολυ-κρόκᾰλος, ον,
- full of pebbles, Call. Fr.anon. 110.
πολυκρόκαλος, voll von Kieseln, EG
πολυκρόκαλος, full of pebbles