Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυποσφάκτης
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολύπνοια
πολύπνοος
πολύπνους
πολυποδάριον
πολυπόδειον
πολυπόδειος
πολυπόδης
πολυποδία
πολυποδίνη
πολυπόδιον
πολυποδίτης
πολυποδίτης οἶνος
πολυποδώδης
πολυπόθεινος
πολυπόθητος
πολυποίκιλος
πολυποίκιλτος
πολύποινος
Πολυποίτης
πολυπόλεμος
πολύπολις
πολυπόνηρος
πολυπονία
πολύπονος
πολυπόνως
πολυποξύστης
πολυπόρευτος
πολύπορος
πολύπος
πολυποσία
πολυποσφάκτης
πολυπόταμος
πολυποτέω
πολυπότης
πολυπότις
πολύποτμος
πολυπότνια
πολυποτόμος
πολύποτος
πολύπους
πολυπραγματέω
πολυπράγματος
πολυπραγμονεύω
πολυπραγμονέω
πολυπραγμόνησις
πολυπραγμονητέον
πολυπραγμοσύνη
πολυπράγμων
πολύπρακτος
πολυπράκτωρ
πολύπρᾳος
πολύπρεμνος
πολυπρεπής
Πολυπρέπων
πολυπρηγμονέω
πολυπρήκτωρ
πολυπρήων
πολυπρόβατος
πολύπροικος
πολυπρόσωπος
πολυπροσώπως
…
πολυποσφάκτης
Save
LSJ
πολῠ<πο>σφάκτης, ου, ὁ,
= πολυποξύστης,
Hermes
38.284.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}