πολυπόρευτος
πολυπόρευτος, much-travelled
πολῠ-πόρευτος, ον,
- much-travelled, Hsch. s.v. πολύστιπτος, Phot. s.v. πολυστείνοις.
πολυπόρευτος, viel gegangen, VLL.