πολυπράγματος
πολυπράγμ-ᾰτος, ον,
- = πολυπράγμων, Palaeph. Praef., Procl. Par.Ptol. 228.
πολυ·πράγματος, ος, ον [μᾰ] c. πολυπράγμων, Procl. Ptol. p. 228.
πολυπράγματος, = πολυπράγμων (?).