πολυπραγματέω
πολυπραγματέω, to do many things; to meddle
πολυπραγμ-ᾰτέω,
- = πολυπραγμονέω, Arist. Pol. 1299b1.
πολυπραγματέω-ῶ [μᾰ] c. πολυπραγμονέω, Arstt. Pol. 4, 15, 6.
Étym. πολυπράγματος.
πολυπραγματέω, = πολυπραγμονέω, Arist. Pol. 4.15, v.l. -μονέω.