πολυπόθητος
πολυπόθητος, much longed-for
πολῠ-πόθητος, ον,
- much longed-for, as expl. of πολυδίψιος, Str. 8.6.7, Ath. 10.433e; τῆς δίψης οὐδὲν -ότερον ibid.
πολυ·πόθητος, ος, ον [ῠ] très désiré, très souhaité, Str. 370 ||
Cp. -ότερος, Ath. 433.
Étym. π. ποθέω.
πολυπόθητος, viel oder sehr gewünscht, τῆς δίψης οὐδὲν πολυποθητότερον, begehrlicher, Ath. X.433e.