πολυπληθέω
πολυπληθέω, multiply
πολυπληθ-έω,
- multiply, LXX Ex. 5.5; π. ποσί abound in feet, ib. Le. 11.42.
πολυπληθέω-ῶ :
1 être très abondant en, dat. Spt. Lev. 11, 42, 2 ||
2 se multiplier, Spt. Ex. 5, 5.
Étym. πολυπληθής.
πολυπληθέω, viel od. groß sein, LXX.