πολυπόνηρος
πολυπόνηρος, very bad
πολῠπόν-ηρος, ον,
- very bad, Melamp. Naev. p.506 F.
πολυ·πόνηρος, ος, ον [ῠ] tout à fait méchant, Mélamp. Div. ex nævis p. 506 Fr.
Étym. π. πονηρός.
πολυπόνηρος, sehr schlecht, Sp.