πολυποδίνη
πολῠποδ-ίνη [ῑ], ἡ,
- = ὀσμύλη, Arist. and Speus. ap. Ath. 7.318e.
πολυποδίνη, ης (ἡ) [ῠῑ] autre n. du polype ὀσμύλος ou ὀσμύλη, Ath. 318e.
Étym. πολύπους.
πολυποδίνη, eine kleine Polypenart, Ath. VII.318e.