Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυπλουτέω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολύπλαγκτος
πολυπλαγκτοσύνη
πολυπλανής
πολυπλάνητος
πολύπλανος
πολυπλανῶς
πολυπλασιάζω
πολυπλασίασις
πολυπλασίασμα
πολυπλασιασμός
πολυπλασιαστέον
πολυπλάσιος
πολυπλασίων
πολύπλεθρος
πολυπλεκής
πολύπλεκτος
πολύπλευρος
πολυπλήθεια
πολυπληθέω
πολυπληθής
πολυπληθία
πολυπληθύνω
πολυπλήθω
πολυπλόκαμος
πολυπλοκία
πολύπλοκος
πολυπλόκως
πολύπλοος
πολύπλους
πολυπλούσιος
πολυπλουτέω
πολύπλουτος
πολύπνοια
πολύπνοος
πολύπνους
πολυποδάριον
πολυπόδειον
πολυπόδειος
πολυπόδης
πολυποδία
πολυποδίνη
πολυπόδιον
πολυποδίτης
πολυποδίτης οἶνος
πολυποδώδης
πολυπόθεινος
πολυπόθητος
πολυποίκιλος
πολυποίκιλτος
πολύποινος
Πολυποίτης
πολυπόλεμος
πολύπολις
πολυπόνηρος
πολυπονία
πολύπονος
πολυπόνως
πολυποξύστης
πολυπόρευτος
πολύπορος
πολύπος
…
πολυπλουτέω
Save
Bailly 2024
πολυπλουτέω-ῶ,
être très riche,
Sib.
p. 235
.
Étym.
πολύπλουτος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}