πολυστακτί Save LSJ Pape πολυ-στακτί, Adv. = πολυσταγῶς, Sch. S. OC 1646. πολυστακτί, adv., = πολυσταγής, Schol. Soph. O.C. 1646, Erkl. von ἀστακτί.