πολυστασίαστος
πολυστασίαστος, much harassed by factions
πολυ-στᾰσίαστος, ον,
- much harassed by factions, App. BC 2.151.
πολυ·στασίαστος, ος, ον [τᾰ] troublé par de fréquentes ou de continuelles séditions, App. Civ. 2, 151.
Étym. π. στασιάζω.
πολυστασίαστος, viel od. oft aufgewiegelt, App. B.C. 2.151.