πολύσταχυς
πολύσταχυς, rich in ears of grain
πολύ-στᾰχυς, υ, gen. υος,
- rich in ears of corn, Δάματερ Theoc. 10.42; ὕψος τοῦ φυτοῦ τετράπηχυ, π. καὶ πολύκαρπον Str. 15.1.18.
πολύ·σταχυς, υος (ὁ, ἡ) [ᾰῠο] chargé d’épis, Thcr. Idyl. 10, 42 ; Str. 692.
Étym. π. στάχυς.
πολύσταχυς, υ, vielährig, ährenreich ; Theocr. 10.42 ; Strab. XV u. Sp.; πολυσταχής, f.l.
πολύσταχυς
πολύ-στᾰχυς, υ,
- rich in ears of corn, Theocr.