ποντοναύτης
ποντοναύτης, seafarer
ποντο-ναύτης, ου, ὁ,
- seafarer, S. Fr. 555.
ποντο·ναύτης, ου (ὁ) qui navigue sur mer, Soph. fr. 499 Dind.
Étym. π. ναύτης.
ποντοναύτης, ὁ, Meerschiffer, Soph. frg. 499.