ποντόμεδος Save Bailly 2024 Pape ποντό·μεδος, ος, ον, c. ποντομέδων, Sib. Étym. E. Byz. vo Τρινακρία. ποντόμεδος, ὁ, = ποντομέδων, St.B. v. Τρινακρία, zw.